Ο Coelho δεν μετακόμισε ποτέ!

23666493_10155905187563390_502723705_n
FavoriteLoadingΠρόσθεσε στα αγαπημένα!

Το τελευταίο διάστημα συνέχεια τρωγόμουν με το σπίτι, πολύ μικρό το μπαλκόνι, πολύ κίτρινοι οι τοίχοι, πολύ ζεστό το καλοκαίρι, πολύ κρύο το χειμώνα, και όταν κάνω παιδιά -υπόψιν είμαι ακόμα ανύπαντρος -πως θα χωράμε σε αυτό το μικρό σκοτεινό κίτρινο δυαράκι που με το ζόρι χωράει την plasma τηλεόραση και τον μικρό καναπέ μου. Γενικά ηταν ξεκάθαρο πως δεν πολυγούσταρα να συνεχίσω να ζω σε αυτό το σπίτι μετά από δέκα ολόκληρα χρονιά

Και σαν ατάκα από βιβλίο του -καταραμένου- Coelho, τύπου όταν θέλεις κάτι πολύ όλο το συμπάν συνωμοτεί στο να το πέτυχεις, που ούτε καν το ήθελα πολύ- σκέψου τι θα γινόταν αν το ήθελα – εκείνο το πρωινό χτύπησε το τηλέφωνο μου. Τι να θέλει η κυρά Παναγιώτα (σπιτονοικοκυρά) σκέφτηκα, το ενοίκιο το είχα ήδη πληρώσει, το ίδιο και τα κοινόχρηστα, party  δεν είχα κάνει τελευταία -όχι ότι έκανα και ποτέ αλλά έτσι για να σας το παίξω party animal – μάλλον θα είχε σπάσει πάλι καμία σωλήνωση και θα είχαν πνιγεί οι από κάτω.

Σήκωσα δειλά δειλά το τηλέφωνο κάνοντας από μέσα μου πλάνο διαμονής για την περίοδο που οι υδραυλικοί θα καταστρέφουν το σπίτι μου και αφού είπαμε όλες τις τυπικές καλημέρες και τα σχετικά μου ξεφούρνισε το εξής:

  • Ξέρεις -ας με πούμε Κωστάκη- επειδή η μικρή μου κόρη θα παντρευτεί χρειάζομαι το σπίτι μέσα στο επόμενο εξάμηνο.

Αφού λοιπόν μιλήσαμε για κανένα τέταρτο αναπολώντας τις υπέροχες αναμνήσεις που είχαμε από αυτό το σπίτι και την υπεροχή μεταξύ μας σχέση, τα καντήλια για το τρύπιο καζανάκι και το χαλασμένο θερμοσίφωνα δεν τα αναφέραμε ποτέ, κλείσαμε το τηλέφωνο νοιώθοντας σαν να είχε φύγει από πάνω μου ένα βάρος το οποίο δεν γνώριζα ότι είχα.

Πηγαίνοντας στην δουλειά εκείνο το πρωί είχα ήδη κατεβάσει στο κινητό όλα τα απαραίτητα applications για εύρεση σπιτιού, και είχα τσεκάρει τα μισά σπίτια από τις περιοχές που με ενδιέφεραν , οι οποίες δεν ήταν και λίγες, και έχοντας ήδη μιλήσει με φίλους οι οποίοι βρίσκονταν στην ιδιά κατάσταση είχα αντιληφθεί ποσό δύσκολη ήταν η εύρεση του κατάλληλου σπιτιού και είχα αποφασίσει να αρχίσω το ψάξιμο, εννοείται και πάλι δυάρι γιατί τώρα που θα άλλαζα σπίτι δεν με απασχολούσε και ιδιαίτερα πως θα χωράω σε ένα δυάρι όταν θα κάνω παιδιά.

Και από το ίδιο κιόλας απόγευμα η αναζήτηση είχε αρχίσει. Είδα σπίτια που δεν είχαν καθόλου θέρμανση, είδα σπίτια που για θέρμανση σου έδινε ο ιδιοκτήτης ένα καλοριφέρ λαδιού, μια κουβέρτα και ένα κερί. Που δεν είχαν ανακαινιστεί από το 1930 με κάτι εξαιρετικές ταπετσαρίες με σταυρούς που σε έκαναν να νοιώθεις πως σε αυτή την κρεβατοκάμαρα σίγουρα  έχει χυθεί αίμα από κάποιον εξορκισμό. Που τα μπάνια τους, όσα είχαν, ήταν τόσο διαλυμένα και οι κουζίνες τους τόσο παλιές που μπορούσες να φανταστείς μια ηλικιωμένη κυριά να μαντάρει κάλτσες για να τις στείλει στα παληκαριά μας που πολεμούσαν τους Γερμανούς μην σου πω τους Τούρκους. Και αφού προσπάθησαν να μου πουλήσουν διαμέρισμα εκατό μετρά πιο ψηλά  από τον πυρήνα της γης για διαμέρισμα πρώτου, σπίτι πάνω στην λεωφόρο για ήσυχο, οικογενειακό – με δυσκολία άκουγα την ιδιοκτήτρια όταν μου το έλεγε από την φασαρία- , και γκαρσονιέρα για δυάρι με την απίστευτη δικαιολογία ότι έχει μεγάλο μπαλκόνι συνδυασμένο με το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει μεγάλο καλοκαίρι – έτοιμη να πολιτευτεί η κυριά – , και αφού είχα μείνει ώρες να περιμένω τον αργοπορημένο μεσίτη με το θερμόμετρο να δείχνει σαράντα βαθμούς και αλλά πολλά και άπειρα που για να τα αναλύσω χρειάζομαι βιβλίο έφτασε εκείνο το πρωινό που μόλις άνοιξε η πόρτα του σπιτιού ένοιωσα πως εκεί ανήκω, με δυσκολία μπορούσα να κρύψω τον ενθουσιασμό μου βλέποντας το ευάερο ευήλιο δυαράκι που μου είχε δείξει η μεσίτρια η και μέχρι την στιγμή που το ίδιο μεσημέρι με πήρε τηλέφωνο να με ενημερώσει πως το σπίτι είναι δικό μου καθόμουν σε ανάμενα κάρβουνα.

Τα δύσκολα είχαν τελειώσει σκέφτηκα (θα ήθελα). Στο σπίτι είχα ήδη αρχίσει το πακετάρισμα και είχα και σκοπό να ξεφορτωθώ πολύ από την σαβούρα που είχα μαζέψει τα τελευταία χρόνια ή μου τα είχαν φορτώσει μανάδες, θείες και πρώην σχέσεις.

Έχοντας κλείσει ημερομηνίες, έχοντας μιλήσει με την ιδιοκτήτρια του παλιού μου σπιτιού, η οποία δεν χάρηκε που θα έφευγα τέσσερις μήνες νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα της και είχα τρέξει σε όλες αυτές τις δημόσιες υπηρεσίες περιμένοντας από τις εφτά το πρωί μέχρι την μια το μεσημέρι για μια σφραγίδα – πιο γρήγορα θα έκανα αν έπαιρνα μαθήματα ηλεκτρολογίας και συνέδεα το ρεύμα μόνος μου – έπρεπε να βρω μεταφορείς και σε αυτό το κομμάτι εμπιστεύτηκα την φίλη μου την – ας την πούμε Μαρία – που μου έδωσε το τηλέφωνο ενός μεταφορέα φωνάζοντας και εκλιπαρώντας να μην τον χρησιμοποιήσω γιατί ένα μήνα πριν της είχε σπάσει τα μισά έπιπλα κατά την διάρκεια της δίκης της μετακόμισης.  Και αφού έκανα αυτό που κατέβασε το ξερό μου το κεφάλι μην ακούγοντας κανένα, κάτι που κάνω πάντα και όλα ήταν κλεισμένα περίμενα με ανυπομονησία την μεγάλη μέρα της μετακόμισης μεταφέροντας σιγά σιγά στο νέο σπίτι μερικά μικροαντικείμενα κάθε φορά που πήγαινα να καθαρίσω.

Την ημέρα της μετακόμισης είχαν μαζευτεί από νωρίς στο παλιό μου σπίτι η αδερφή μου και δυο φίλοι και πίναμε καφέ ελέγχοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες και περιμένοντας τον κύριο μεταφορέα.

«Στις έντεκα το πολύ θα είμαι εκεί» μου είχε πει δυο μέρες πριν κλείνοντας βιαστικά το τηλέφωνο.

Μα που εκεί; Δεν είχε καν την διεύθυνση μου. Μάλλον του το ειχα πει και το είχα ξεχάσει σκέφτηκα καθησυχάζοντας με. Η ώρα κόντευε μια και ο κύριος μεταφορέας δεν είχε δώσει κανένα σημάδι ζωής και όσες φορές και να προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του το τηλέφωνο του ήταν κλειστό. Κατά τις δυο είχαν ήδη αρχίσει να με ζώνουν τα φίδια- γιατί μέχρι τότε ήμουν ψύχραιμος- και κάπου εκεί σαν ένας άλλος Λάζαρος που αναστήθηκε εμφανίστηκε ο κύριος μεταφορέας -όχι αυτοπροσώπως αλλά τηλεφωνικά -.

«Έλα φίλε σε καμία ωρα θα είμαι εκεί» είπε και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο

Η απορία μου συνέχιζε να είναι η ίδια, το εκεί το δικό του με το εδώ το δικό μου είχαν κάποια σχέση; Ήταν στην ίδια πολη; Στον ίδιο πλανήτη; Στην ίδια έστω διάσταση;

Μετά από τρεις ώρες, πέντε καφέδες, δυο πακέτα τσιγάρα και άπειρες κλήσεις σε ένα κλειστό κινητό, χτύπησε το τηλέφωνο μου και ήταν ο κύριος μεταφορέας.

«Είμαι στην περιοχη σου, πες μου ακριβώς διεύθυνση» είπε πάλι βιαστικά και πριν προλάβω να απαντήσω είχε κλείσει το τηλέφωνο. Σε πέντε λεπτά ήταν κάτω από το σπίτι και άρχισε να φορτώνει και μέσα σε μια ώρα είχα ήδη αποχαιρετίσει το παλιό μου σπίτι και όδευα προς το καινούργιο.

Δυο ώρες μετά το νέο σπίτι ήταν γεμάτο κούτες και διάσπαρτα έπιπλα τα οποία προσπαθούσα να βάλω στην θέση τους και όταν κατά τις δυο το βράδυ έμεινα μόνος μου, κατάκοπος στο μπαλκόνι του σπιτιού μου κοιτάζοντας το σαλόνι από την μια πλευρά και τον ουρανό από την άλλη, ήρθε στο μυαλό μου πάλι ο Coelho και η γνωστή του ατάκα και τότε συνειδητοποίησα πως τελικά όντως το ήθελα πολύ απλά το σύμπαν αντιλαμβάνεται τις ανάγκες μας πριν τις κατανοήσουμε και κάνει τα πάντα για να τις ικανοποιήσουμε.

SHARE THIS

Σχετικά άρθρα

Αφήστε το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

*Τα στοιχεία που καταχωρούνται θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά από το myfzen.gr και από κανέναν άλλο οργανισμό ή φυσικό πρόσωπο και έχουν σκοπό την επικοινωνία με τους διαχειριστές του myfzen.gr

Quick tips