#4 – Αναγέννηση στο Manhattan!

superhero-534120_1920
FavoriteLoadingΠρόσθεσε στα αγαπημένα!

Κι εκεί που ξεκίνησε ευοίωνα, λέμε τώρα, μια Τετάρτη σαν όλες τις άλλες, εξελίσσεται σύντομα σε Τετάρτη σαν όλες τις άλλες με κερασάκι on top!
Τρέχοντας από το ένα ραντεβού στο άλλο, σαν την τρελλή, από αυτές τις γνωστές, ναι ξέρεις όλες εμάς που βάζουμε μάσκαρα στο φανάρι, και τα τακούνια μόλις παρκάρουμε, ναι μία τέτοια ήμουν κι εγώ, ωραία φρέσκια, σενιαρισμένη, με το φορεματάκι μου, την Αγγελική στο σχολείο και δουλειά, πολλή πολλή δουλειά. Αυτό δεν με νοιάζει τόσο γιατί αγαπώ την δουλειά μου οπως έχω ξαναπεί. Αυτό που με τσακίζει όμως είναι όταν μέσα στην τρέλλα της δουλειάς οι συνεργάτες μου αποφασίζουν να διασταυρώσουν μεταξύ τους ξίφη, να διαπραγματευτούν μαζί μου τα αυτονόητα και γενικά σε δουλειά να βρισκόμαστε! Δεν υπάρχει λόγος βρε αδερφέ!

Ε, αυτή η «ευοίωνη» κατά τα άλλα ημέρα εξελισσόταν γοργά σε pain in the ass!

Κι εξίσου γοργά μου χτύπησε την πόρτα η ημικρανία, η ναυτία, κι η ζαλάδα! Τί σου είναι ρε παιδί μου λέω αυτό το σώμα… θες δεν θες θα στο πει αυτό που έχει να σου πει. Εμένα, ας πούμε, μου έλεγε «κάτσε κάτω επιτέλους! πάρε μια ανάσα!». Αλλά ας όψεται…

Με το βλέμμα στο μέλλον λοιπόν προσπαθούσα να διεκπαιρεώσω αντιρρήσεις τύπου αν πρέπει να εκτυπώνουμε τα mail ή όχι, και να κάνω interviews για νέους συνεργάτες, ενώ ταυτόχρονα έκλεινα και ραντεβού να δούμε σπίτια το απόγευμα.

Κι εκεί πάνω, στο καλύτερο δηλαδή, αποφασίζει η μανούλα (ιστορία για άλλη φορά, καλή και χρυσή αλλά κατηγορία από μόνη της), να μου κάνει τηλέφωνο να μου πει τα δικά της…δηλαδή πόσο στενοχωριέται και πόσο θέλει να βοηθήσει αλλά δεν μπορεί, τι να κάνει κι εκείνη, και πόσο μ’ αγαπάει κλπ κλπ κλπ, όπως λέμε και στο χωριό μου same old, same old! Κι η ημικρανία μου κάνει πάρτυ, και της τα χώνω κανονικά γιατί στο δικό μου βιβλίο όταν θες να βοηθήσεις βοηθάς, τέλος! Εντάξει ως γυναίκα και μάνα την καταλαβαίνω, αλλά ως παιδί της δυσκολεύομαι.. Άσε που να σου πω την αλήθεια κουράστηκα 45 χρόνια να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Δεν χρειάζεται να λες κάτι που δεν μπορείς να κάνεις!

Και βέβαια κλείνω βιαστικά το τηλέφωνο οριακά πριν αρχίσω να ουρλιάζω, και φεύγω. Στο γκαράζ ανοίγουν οι βρύσες και τρέχουν τα δάκρυα ποτάμια, ανεξέλεγκτα τελείως, ούτε κι εγώ δεν το περίμενα να πω την αλήθεια…οδηγώ και κλαίω με αναφιλητά…για την πίεση που κάπου πρέπει να ξεσπάσει για να μην εκραγώ μάλλον, κλαίω με λυγμούς για την μάνα που για άλλη μια φορά αισθάνομαι να θέλω απελπισμένα να σταθεί εκεί που εγώ την χρειάζομαι, κι εκεί πάνω με παίρνει τηλέφωνο η Ντίνα για να κανονίσουμε μια δουλειά ακόμα, κι ενώ με ρωτάει τι έγινε αδυνατώ να βρω τις λέξεις κι απλά λέω διάφορα άναρθρα και κλαίω…

Ευτυχώς που με πήρε η Ντίνα κι με ησύχασε λίγο γιατί δεν ήθελα να με δει η Αγγελική έτσι, ούτε να πρέπει να της εξηγήσω τίποτα. Δεν αντέχω άλλο να εξηγώ! Δεν θέλω!

Φτάνω γύρω στις 5:30 κάτω από το γραφείο του μπαμπά της Αγγελικής, παρκάρω κι ανεβαίνω να την πάρω. Όλο χαρά ξανακατεβαίνουμε, βάζω το κλειδί στην μίζα, και….τίποτα….αλλά τίποτα….τσ τσ τσ τσ σιωπή…Συνειδητοποιώ ότι μείναμε από μπαταρία…

Παίρνω μια βαθιά ανάσα, την μικρή από το χέρι και ξανανεβαίνω πάνω.

Ταυτόχρονα σαν καλορυθμισμένος υπολογιστής υπολογίζω τι ώρα έχουμε ραντεβού για το σπίτι, αν έχω το τηλέφωνο της οδικής και που είναι το τηλέφωνο της ασφαλίστριας. Σε χρόνο dt βάζω προτεραιότητες, κι αποφασίζω να πάμε για το σπίτι πρώτα γιατί έχουμε αργήσει στο ραντεβού μας.

Μπαίνω σαν το σίφουνα στο γραφείο και του λέω:
– «Δως μου τα κλειδιά του μικρού”, με κοιτάει σαν το χάνο και μου λέει “γιατί, τί έγινε;”
-“έμεινα από μπαταρία”
-“εσύ;”

Όχι, ο Μήτσος ο μπακάλης, λέω από μέσα μου, αλλά επειδή ξέρω ότι δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα και θα πιάσουμε κουβέντα και θα τσακωθούμε λόγω βλακείας, κι εγώ εκείνη την ώρα είμαι μια γυναίκα σε αποστολή, εγώ κι η super woman, κι όλες οι μαμαδοφίλες μου, να τα λέμε κι αυτά, το παραβλέπω, παίρνω τα κλειδιά και φεύγω φουριόζα.

Και βέβαια αλλάζω πρόσωπο στα επόμενα 3, και πολύ λέω δεύτερα, που αρπάζω τη μικρή από το χέρι με ένα χαμόγελο σαν της Τζοκόντα, και της λέω όλο χαρά:
-“Έλα αγάπη μου, πάμε να δούμε αυτό το σπίτι που έχουμε στήσει λίγο και τον κύριο..” και κατεβαίνω στο γκαράζ.

Το πως φτάσαμε με το παιδί στον προορισμό μας λίγη σημασία έχει στην εξέλιξη της ημέρας μας.

Το καλό ήταν ότι καταφέραμε να στήσουμε μόνο 5-6 λεπτάκια τον κύριο που μας περίμενε και το επίσης καλό ότι βρήκαμε ένα σπίτι να μας αρέσει αρκετά και των δύο! Δεν ήταν το καλύτερο μας, αλλά ήταν μακράν το καλύτερο από ό,τι είχαμε δει ή ακούσει μέχρι τώρα. Τί να πρωτοθυμηθούμε: τον παππού “δεν έχεις όσα ζητάω” ή την κυρία που θα μας έλεγε που είναι το σπίτι όταν κλείναμε ραντεβού; το τριάρι που δεν είχε κανέναν χαμένο χώρο γιατί είχε μόνο 2 παράθυρα αλλά θέα στο πάρκο; ε, εύκολο το ‘χεις; θέα στο συγκεκριμένο πάρκο, ο μήνας 700€ για 70 τυφλά τετραγωνικά μέτρα!

Ε, ναι, γιατί δεν ζει κανείς στην βεράντα να βλέπει πάρκο όλη μέρα θες να μου πεις;;;

Μ’ αυτά και μ’ αυτά επιστρέψαμε στο γραφείο του Μάριου, επιστρέψαμε το αυτοκίνητο του (soon-to-be-ex) και περιμέναμε την οδική βοήθεια. Γιατί τί νόμιζες, μόνη της θα φόρτιζε η μπαταρία;

Περίμενε, περίμενε η μικρή έριξε κι έναν ύπνο στα πλακάκια του άδειου -πλέον- τέως γραφείου μου κι εγώ κρέμασα το τηλέφωνο σκουλαρίκι και κατέβηκα να περιμένω στο δρόμο. Κι αφού πέρασε μόνο μία ωρίτσα, με 35 βαθμούς Κελσίου να με σιγοψήνουν, εντάξει μπορεί να έπεσαν στους 30 μέχρι να έρθει ο κυριούλης, αλλά όπως και νά ‘χει όταν ήρθε, ήμουν ένα με την μπαταρία του αυτοκινήτου μου:  Dead!
Ίσα που μίλαγα, κι έτσι απλά κουνούσα το κεφάλι μου – ναι, αυτό που βάραγε γκονγκ στα μηνίγγια από τον πονοκέφαλο – στωικά μάλλον κι αμίλητα…

Τρόμαξε λίγο ο άνθρωπος είναι η αλήθεια, τον είδα σκιάχτηκε βρε παιδί μου, σου λέει μαύρα φοράει, ψιλοχαμένη φαίνεται, ποιος ξέρει…

-“Πένθος;” με ρωτάει
-“Θα μπορούσε”, του απάντάω και κάτι μέσα μου γελάει υστερικά με την εικασία και με το όλο σουρεάλ της κατάστασης που ζω τους τελευταίους 8 μήνες… Ναι, σκέφτομαι, έχει και πένθος. Δεν ξέρω τι ακριβώς να πρωτοπενθήσω, αλλά ναι, σίγουρα απώλειες πολλές· άλλες απώλειες πολέμου, κι άλλες τελείως διαφορετικές, άλλου είδους, από αυτές που ξέρεις καλά μέσα σου ότι δεν ξαναγυρνάς· από αυτές που γεννιέσαι άλλη.
It’s ok, που λένε και στο χωριό μου στο Manhattan, κάθε θάνατος είναι μία νέα αρχή, μια αναγέννηση!!!!

Μάθημα #2: Χτύπα κι άλλο! Αντέχω! Τελικά ανακαλύπτω πως τα όρια μου επεκτείνονται μακρύτερα κι ευρύτερα από ότι γνώριζα μέχρι τώρα!

Single  Again!

SHARE THIS

Σχετικά άρθρα

Αφήστε το σχόλιό σας

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

*Τα στοιχεία που καταχωρούνται θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά από το myfzen.gr και από κανέναν άλλο οργανισμό ή φυσικό πρόσωπο και έχουν σκοπό την επικοινωνία με τους διαχειριστές του myfzen.gr

Quick tips